Προγράμματα εκπαίδευσης των ατόμων με νοητική ανεπάρκεια: πού οδηγούμε αυτούς τους ανθρώπους; | Γιώργος Μπάρμπας

Κοινωνικές σχέσεις με μη ανάπηρους και ανεξάρτητη διαβίωση: Το κορυφαίο στοίχημα για την ποιότητα ζωής των ατόμων με νοητική ανεπάρκεια.

[Ομιλία στην διεπιστημονική ημερίδα«Νοητική αναπηρία: προκλήσεις, προοπτικές και συμπερίληψη στην κοινωνία» που διοργανώθηκε στις Σέρρες στις 15/6/2024 από τους φορείς ΚΔΑΠ CONSULTANTS και Σύλλογο Συνδρόμου DOWN Ελλάδας]

Γιώργος Μπάρμπας, πρ. επίκουρος καθηγητής ειδικής εκπαίδευσης ΑΠΘ

Σ’ αυτή την εισήγηση θα επικεντρωθώ στην ομάδα των ανθρώπων με νοητικά προβλήματα. Ο πρώτος προφανής λόγος είναι ότι αυτή ομάδα αποτελεί την πλειονότητα των ωφελούμενων στους φορείς που διοργανώνουν τη σημερινή ημερίδα. Ο δεύτερος και ιδιαίτερα σημαντικός λόγος είναι ότι η ομάδα αυτή είναι η πιο απαξιωμένη κοινωνικά ομάδα πολιτών με αναπηρίες, τόσο στη χώρα μας όσο και σε άλλες κοινωνίες.

• Η χαρά της στιγμής – αναστοχασμός: πού οδηγούμε τον άνθρωπο με νοητική ανεπάρκεια

Παρακολουθώντας τις ποικίλες εκδηλώσεις των δημοσίων και ιδιωτικών φορέων για άτομα με νοητική ανεπάρκεια, τις ανακοινώσεις, τις αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τα ρεπορτάζ στον ηλεκτρονικό ή έντυπο τύπο, διαπιστώνω να κυριαρχεί η έκφραση της χαράς, της αγάπης, της αγκαλιάς των ίδιων των ωφελούμενων, μεταξύ τους όσο και με τους εργαζομένους. Αυτό σίγουρα είναι θετικό. Φαίνεται να περνάνε καλά μέσα στις διάφορες δραστηριότητες που προβάλλονται και να χαίρονται αυτές τις στιγμές. Η χαρά αφορά τη στιγμή, αλλά αυτό που δεν βλέπω είναι το πού πηγαίνει αυτή η στιγμή. Δεν βλέπω τον στοχασμό ή αναστοχασμό για το πού οδηγούμε αυτούς τους ανθρώπους, ποιοι είναι οι στόχοι της δουλειάς μας μαζί τους. Κι αυτό θεωρώ ότι είναι το πρώτο και πιο κρίσιμο ερώτημα. Αν δεν το βάλουμε, τότε η χαρά μένει στη στιγμή της και δεν πάει πουθενά. Αν αναστοχαστούμε για το πού οδηγούμε τους ανθρώπους με νοητική ανεπάρκεια, τότε η κάθε στιγμή μπορεί να χρωματίζεται με χαρά και ταυτόχρονα να νοηματοδοτείται από βήματα για μια καλύτερη ζωή αύριο. Αυτό θα προσπαθήσω να διερευνήσω στη συνέχεια.

• Ποιότητα ζωής: το κύριο ζήτημα

Τις τέσσερις τελευταίες δεκαετίες αποκτά όλο και μεγαλύτερη σημασία σε κοινωνίες όπως της Β. Αμερικής, της Αυστραλίας, της Ν. Ζηλανδίας και της Δυτικής Ευρώπης η ποιότητα ζωής του ανθρώπου με νοητική ανεπάρκεια, ένα θέμα που στη δική μας κοινωνία δεν έχει ακόμα αναδειχθεί.

Η έννοια της ποιότητας ζωής περιλαμβάνει πολλές διαστάσεις της ζωής ξεκινώντας από συγκεκριμένες υλικές συνθήκες (την ποιότητα του σπιτιού, της διαμονής, τα θέματα της υγείας και της διαχείρισης των προβλημάτων υγείας) και φτάνοντας σε θέματα που έχουν να κάνουν με την επαγγελματική ένταξη, τη λειτουργία μέσα σε κοινωνικές σχέσεις, τις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις, με τον αυτοπροσδιορισμό, τον βαθμό ανεξαρτησίας στην καθημερινή ζωή, την ψυχική και συναισθηματική υγεία, τον σεβασμό των δικαιωμάτων του κάθε ανθρώπου με νοητική ανεπάρκεια μέσα στο περιβάλλον που ζει. Είναι δηλαδή η ποιότητα ζωής μία σύνθετη προσέγγιση και η αξιολόγησή της γίνεται πάντοτε σε σύγκριση με την ποιότητα ζωής που συναντούμε ή αναμένουμε να συναντήσουμε στον γενικό πληθυσμό σε κάθε συγκεκριμένη κοινωνία.

Σήμερα τόσο στο διεθνή χώρο όσο και στη χώρα μας έχουμε την εικόνα της ποιότητας ζωής των ανθρώπων με νοητική ανεπάρκεια. Κι αυτή είναι η εικόνα μιας χαμηλής ποιότητας ζωής, μια εικόνα που συγκλίνει με αυτή που έχουμε όσοι είμαστε γονείς ή εργαζόμενοι σ’ αυτό το χώρο και αναδεικνύει με καθαρό τρόπο τα δύο πιο σημαντικά ζητήματα, τα οποία φαίνεται να σφραγίζουν και να χρωματίζουν όλα τα υπόλοιπα.

Το πρώτο κρίσιμο θέμα είναι η διαπίστωση της απουσίας ανεξαρτησίας και αυτονομίας στην καθημερινή ζωή, σε όλες τις κρίσιμες επιλογές που καλείται κανείς να κάνει στη ζωή του και το δεύτερο η απουσία κοινωνικών σχέσεων και αλληλεπιδράσεων του καθενός ξεχωριστά ανθρώπου με νοητική ανεπάρκεια με ανθρώπους τυπικής ανάπτυξης από το περιβάλλον του.

• Η απουσία ανεξαρτησίας στην καθημερινή ζωή

Σε ό,τι αφορά το πρώτο, την ανεξαρτησία και αυτονομία, γνωρίζουμε ότι οι άνθρωποι με νοητική ανεπάρκεια κατά κανόνα δεν είναι ποτέ ανεξάρτητοι, είναι δια βίου εξαρτημένοι, τόσο σε ζητήματα της καθημερινής ζωής όσο και ιδιαίτερα σε κρίσιμες επιλογές για τη ζωή τους, όπως για παράδειγμα η επιλογή επαγγέλματος, ο γάμος, οι ερωτικές και σεξουαλικές σχέσεις, η αγορά κατοικίας, ένα μεγάλο ταξίδι κ.ά. Πάντοτε κάποιος άλλος αποφασίζει για λογαριασμό τους, ο εκάστοτε κηδεμόνας.

Ακούω συχνά τον αντίλογο ότι σε πολλές ειδικές δομές, δημόσιες και ιδιωτικές, υλοποιούνται προγράμματα για δεξιότητες ανεξάρτητης διαβίωσης. Όντως, ισχύει. Τις δύο τελευταίες δεκαετίες έχουν σταδιακά αυξηθεί σε σημαντικό βαθμό οι δομές που υλοποιούν τέτοια προγράμματα. Θα ήθελα όμως να επισημάνω δύο στοιχεία που μειώνουν σημαντικά την αποτελεσματικότητά τους, φτάνοντας ακόμα και μέχρι την ακύρωσή τους.

Το πρώτο αφορά στην αποσπασματικότητα και μερικότητα των προγραμμάτων. Δηλαδή, τα προγράμματα αφορούν σε πολύ περιορισμένο πλήθος τέτοιων δεξιοτήτων, συνήθως δεξιοτήτων που σχετίζονται με ορισμένες λειτουργίες μέσα στο σπίτι, στην κουζίνα και στην τακτοποίηση του εσωτερικού χώρου του σπιτιού. Ακόμα κι αυτές οι δεξιότητες για να έχουν πρακτικό αντίκρισμα χρειάζεται να συνδυαστούν με πολλές άλλες όπως αγορές ειδών πρώτης ανάγκης για το σπίτι και το μαγείρεμα, καθαριότητα του σπιτιού, μετακίνηση σε κοντινά μέρη αγορών γύρω από το σπίτι, χρήση τραπεζικής κάρτας, προϋπολογισμός εξόδων με βάση δεδομένα έσοδα, κ.α. Χρειάζεται δηλαδή ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα που να περιλαμβάνει όλες τις βασικές λειτουργίες που κάνει κάποιος στη ζωή του με βάση το σπίτι του. Ένα τέτοιο πρόγραμμα, ένα λειτουργικό αναλυτικό πρόγραμμα, που θα έχει στόχο τη μέγιστη δυνατή ικανότητα ανεξαρτησίας, ανάλογα με τις δυνατότητες και τον βαθμό νοητικής ανεπάρκειας του κάθε συγκεκριμένου ανθρώπου, δεν είναι δύσκολο να σχεδιαστεί και να υλοποιηθεί, γνωρίζοντας όμως ότι απαιτεί κάποιο βάθος χρόνου. Το συναντούμε και στην Ελλάδα, σε πολύ λίγες δυστυχώς περιπτώσεις. Έχω ως παράδειγμα δύο περιπτώσεις διαμερισμάτων υποστηριζόμενης διαβίωσης, όπου οι ένοικοι είχαν εκπαιδευτεί με ικανοποιητική πληρότητα και ήταν σε θέση να καλύψουν όλες σχεδόν τις καθημερινές τους ανάγκες.

Το δεύτερο αφορά στην απουσία της ευθύνης του εκπαιδευόμενου για τις απαιτήσεις της ανεξάρτητης διαβίωσης. Θα αναφέρω ένα παράδειγμα για να γίνει κατανοητό τι σημαίνει «ευθύνη» και ποιες είναι οι συνέπειές της απουσίας της. Πριν αρκετά χρόνια υλοποιήσαμε σε μια τάξη ειδικού σχολείου ένα πρόγραμμα εκπαίδευσης σε αγορές και συναλλαγές σε σούπερ-μάρκετ. Το πρόγραμμα υλοποιούνταν κυρίως στο σούπερ-μάρκετ και συμπληρωματικά στην τάξη. Στην πρώτη φάση, ανάμεσα στα άλλα οι μαθητές εξοικειώθηκαν με την αναζήτηση και αναγνώριση ορισμένων βασικών προϊόντων στο μαγαζί (π.χ. γάλα). Ο Σταύρος, ας τον ονομάσουμε έτσι, ήταν ο πιο λειτουργικός μέσα στην ομάδα της τάξης και σε 2-3 μήνες είχε καλύψει αυτόν τον στόχο. Μαζί με τη δασκάλα και την φοιτήτρια που υποστήριζε το πρόγραμμα, έμαθε σε ποιο διάδρομο, σε ποια ράφια θα βρει τα προϊόντα, όπως το γάλα, ήξερε να ξεχωρίζει την εταιρεία που αγόραζαν για το σπίτι, να διακρίνει το πλήρες από το ελαφρύ, τις διαφορετικές ποσότητες συσκευασίας. Στο επόμενο βήμα θέλαμε να προχωρήσει ο Σταύρος μόνος του στην αγορά. Πήγαμε, λοιπόν, στο σούπερ-μάρκετ, και μπαίνοντας η δασκάλα του είπε να πάει μόνος του να πάρει το γάλα γιατί αυτή έψαχνε κάτι για το δικό της σπίτι. Κάτι αντίστοιχο του είπε και η φοιτήτρια. Ο Σταύρος προχώρησε πήγε στον σωστό διάδρομο και στάθηκε μπροστά από τα γάλατα που ήθελε. Γύρισε δεξιά να δει τη δασκάλα αλλά αυτή έκανε πως ψάχνει κάτι. Γύρισε αριστερά να δει τη φοιτήτρια αλλά κι αυτή το ίδιο. Μετρήσαμε 10 λεπτά με τον Σταύρο να είναι μπροστά στο γάλα που ήθελε αλλά δεν το έπαιρνε, ενώ διαρκώς έψαχνε με τα μάτια πότε τη δασκάλα και πότε τη φοιτήτρια. Τελικά φύγαμε δίχως ο Σταύρος να πάρει το γάλα. Αργότερα σε χαλαρή συζήτηση στο σχολείο, ο Σταύρος είπε ότι ήθελε κάποια από τις δύο να του κάνει νόημα ότι «ναι, αυτό είναι παρ’ το». Να σημειώσουμε ότι ο Σταύρος δεν είχε αγοράσει ποτέ μέχρι εκείνη τη στιγμή μόνος του κάτι από μαγαζί. Δεν είχε ποτέ την ευθύνη να αγοράσει κάτι για το σπίτι που να του το παραγγείλει η μητέρα του. Το θέμα της ευθύνης του εαυτού για τις καθημερινές ανάγκες δεν είναι μια αφηρημένη θεωρητική έννοια αλλά καθοριστικός παράγοντας για την ανάπτυξη δεξιοτήτων. Επιπρόσθετα, οι δεξιότητες δεν αναπτύσσονται όταν η εκπαίδευση υλοποιείται σε συμβολικό επίπεδο σε μαθησιακό περιβάλλον. Γι’ αυτό προκειμένου για άτομα που ζουν με την οικογένειά τους, είναι αναγκαίο το πρόγραμμα αυτό να σχεδιάζεται μαζί με την οικογένεια και να υλοποιείται πάντοτε σε πραγματικές συνθήκες μέσα στη ζωή της οικογένειας.

• Η κοινωνική ένταξη μόνο μέσα από κοινωνικές σχέσεις

Εδώ χρειάζονται κατ’ αρχάς δύο διευκρινήσεις.

Η κοινωνική ένταξη είναι μια έκφραση που χρησιμοποιείται πολύ συχνά, σε κάθε ευκαιρία και με πολύ ευκολία στην κοινωνία μας. Χρησιμοποιείται σε πολλές διαφορετικές καταστάσεις που περιέχουν ή αγγίζουν το «κοινωνικό». Όμως, η έννοια αυτή έχει στον πυρήνα της τη σχέση με άλλους ανθρώπους, σχέση προσώπου με πρόσωπο, γιατί οι σχέσεις χτίζονται ανάμεσα σε πρόσωπα. Αυτό δεν είναι επιλογή μας. Είναι η φυσική πραγματικότητα. Δεν έχουμε παρά να δούμε ο καθένας τι συνιστά για τον εαυτό του «κοινωνική ένταξη». Είναι οι σχέσεις που έχουμε χτίσει μέσα σε διάφορους κοινωνικούς χώρους με άλλους ανθρώπους. Σχέσεις που επιλέξαμε να χτίσουμε, στις οποίες αμοιβαία ο ένας έχει δεχθεί και αποδεχθεί τον άλλο.

Όταν μια ομάδα αναπήρων μαζί με τους συνοδούς της βγαίνει βόλτα, πηγαίνει σε μια καφετέρια ή ταβέρνα, αυτό δεν έχει καμία σχέση με κοινωνική ένταξη. Είναι μια κοινωνική δραστηριότητα, ενδεχομένως ευχάριστη, χρήσιμη για να αποκτήσουν μια επαφή με το πώς ζει ο κόσμος, αλλά δεν συνιστά βήμα κοινωνικής ένταξης. Αντίθετα η ομάδα αυτο-περιορίζεται στο εσωτερικό της, περιχαρακώνεται από ένα αγκαθωτό πλέγμα, ενισχύει την κοινωνική απόσταση από τους άλλους και βέβαια ούτε λόγος για επικοινωνία μαζί τους. Όσοι έχουμε πάρει μέρος σε τέτοιες δραστηριότητες, το έχουμε βιώσει. Αναφέρομαι σ’ αυτό το παράδειγμα ακριβώς γιατί είναι από τα πιο χαρακτηριστικά των προγραμμάτων «κοινωνικής ένταξης» που ζούμε στη χώρα μας.

Και ενώ στη χώρα μας, τέτοιες ομαδικές δραστηριότητες αναπήρων δηλώνονται ως προγράμματα κοινωνικής ένταξης, η αρμόδια ευρωπαϊκή επιτροπή ως πρώτο και πιο σημαντικό κριτήριο επιλεξιμότητας τέτοιων προγραμμάτων, θέτει εδώ και δύο δεκαετίες την εκτίμηση για το πλήθος και την ποιότητα των σχέσεων και αλληλεπιδράσεων που θα έχει ο κάθε ωφελούμενος ατομικά με μη ανάπηρους συμπολίτες του. Εδώ διαπιστώνουμε μια ουσιώδη διαφορά, μια ποιοτική διαφορά στο πιο κρίσιμο ζήτημα της ζωής των αναπήρων.

Η δεύτερη διευκρίνηση: την κοινωνική ένταξη δεν την επηρεάζουν με τον ίδιο τρόπο όλες οι κοινωνικές σχέσεις που έχουμε. Οι πιο σημαντικές γι’ αυτό το στόχο είναι οι σχέσεις που εγώ δημιουργώ, που εγώ επιλέγω και χτίζω και όχι οι σχέσεις που άλλοι δημιουργούν για λογαριασμό μου. Στις σχέσεις που εγώ δημιουργώ, ο άλλος με δέχεται και με αποδέχεται άμεσα γι’ αυτό που είμαι ως πρόσωπο, όπως και εγώ αυτόν. Όπου συμβαίνει αυτό, μπορούμε να μιλάμε για κοινωνική ένταξη. Στις άλλες σχέσεις με αποδέχονται μέσα από ένα διαμεσολαβητή (γονιό, συγγενή, εργαζόμενο, κλπ) και εξαιτίας αυτού. Εκεί με δέχονται ως κάτι άλλο: ως έναν αδύναμο ή ανίκανο, ως ένα εξαρτημένο άτομο, που όμως έχει την ανάγκη μιας παρέας και την οποία του παρέχουμε προς χάρη του γονιού ή συγγενή που είναι φίλος μας. Η κοινωνική μας υπόσταση, η εικόνα που διαμορφώνουν οι άλλοι για μας και μας επιστρέφει ως κοινωνική ταυτότητα είναι τελείως διαφορετική στις δυο αυτές καταστάσεις που περιγράψαμε. Ουσιαστική, αυτόνομη κοινωνική υπόσταση αποκτούμε στην πρώτη περίπτωση, στις σχέσεις που εμείς δημιουργούμε αυτόνομα και ανεξάρτητα. Σ’ αυτές τις σχέσεις υπάρχουμε θετικά στη σκέψη και στο συναίσθημα του άλλου, κι αυτό μας δίνει υπόσταση, μας δίνει ζωή. Στις άλλες υπάρχουμε με κυρίαρχο το στοιχείο του ανάπηρου, του ανήμπορου, του καημένου που έχει την ανάγκη μας. Ουσιαστικά δεν υπάρχουμε ως αυτόνομα και ανεξάρτητα άτομα. Δεν υπάρχουμε στη σκέψη τους ως άνθρωποι που οι άλλοι έχουν δικό τους κίνητρο να μας βλέπουν. Γι’ αυτό και στην ουσία δεν υπάρχουμε κοινωνικά.

• Το πρόγραμμα κοινωνικής ένταξης που υλοποιήσαμε: σε πρώτο πλάνο το πρόσωπο

(Αναλυτικά η παρουσίαση του προγράμματος είναι δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα https://specialeducation.gr/specialedu/atoma-me-noitiki-aneparkeia-koinonikes-sheseis-kai-zoi-mesa-stin-koinonia/ .)

Είναι, όμως, ρεαλιστικά και εφικτά αυτά που ανέφερα μόλις πριν ή η νοητική ανεπάρκεια τα καθιστά όνειρο απατηλό;

Θα απαντήσω μέσα από την εμπειρία της δουλειάς που κάναμε σ’ αυτόν τον τομέα, η οποία προφανώς και βασίστηκε στα ισχύοντα επιστημονικά και ερευνητικά δεδομένα.

Στη Θεσσαλονίκη υλοποιούσαμε επί 17 χρόνια ένα πρόγραμμα που συμβολικά το ονομάσαμε «πρόγραμμα ένταξης στη γειτονιά». Το πρόγραμμα αυτό διακόπηκε όταν ξέσπασε η πανδημία. Κάθε ωφελούμενος -παιδί, έφηβος, ενήλικας με νοητική ανεπάρκεια- ακολουθούσε ένα εξατομικευμένο πρόγραμμα με τη βοήθεια δύο εθελοντών ή εθελοντριών, στο σύνολό τους φοιτητριών και φοιτητών. Επιλεγόταν ένας συγκεκριμένος κοινωνικός χώρος στον οποίο επιδιώκαμε να ενταχθεί, δηλαδή να μπορεί να λειτουργεί ισότιμα και αποδεκτά με άλλους μη ανάπηρους συνομηλίκους και να επικοινωνεί μαζί τους. Τα σημεία (κριτήρια) στα οποία επικεντρώναμε την προσοχή μας στο πρόγραμμα αυτό ήταν τρία:

να είναι σε θέση ο ωφελούμενος να αναγνωρίζει τις απαιτήσεις του συγκεκριμένου χώρου,

να επιλέγει συνειδητά αν θέλει να ανταποκριθεί σ’ αυτές τις απαιτήσεις, εν γνώσει του ότι η μη ανταπόκριση θα έχει ως συνέπεια τον αποκλεισμό του από αυτόν (να αναλάβει δηλαδή την ευθύνη του εαυτού του μέσα στο χώρο),

να αναπτύξει τις απαιτούμενες κοινωνικές δεξιότητες για να μπορεί να ανταποκριθεί σ’ αυτές τις απαιτήσεις, εφόσον έχει απαντήσει θετικά στο προηγούμενο κριτήριο.

Οι άνθρωποι με νοητική ανεπάρκεια που πήραν μέρος σ’ αυτό το πρόγραμμα φαίνεται να ανταποκρίθηκαν στην πλειονότητά τους και στα τρία κριτήρια του προγράμματος. Γιατί είναι αναμενόμενο να είναι σε θέση ο άνθρωπος με νοητική ανεπάρκεια να μπορεί –με υποστήριξη ή μόνος του- να αναγνωρίσει τις απαιτήσεις ενός κοινωνικού πλαισίου, όταν αυτές δηλώνονται με άμεσο, σαφή και απλό εμπειρικό τρόπο. Προϋπόθεση γι’ αυτό είναι να αναλάβει την ευθύνη της συμπεριφοράς του μέσα σ’ αυτό τον χώρο (το δεύτερο κριτήριο), εφόσον έχει κίνητρο να είναι εκεί. Αυτό το κίνητρο εξισορροπεί άλλα κίνητρα και επιθυμίες αντίθετες με τις απαιτήσεις του πλαισίου και έτσι μπορεί να αυτοπεριοριστεί και να ελέγξει αυτές τις επιθυμίες (όπως κάνει δηλαδή ο καθένας από μας). Όλα αυτά (όπως φαίνεται και στο παράδειγμα που παρουσιάζεται στην αναλυτική περιγραφή του προγράμματος) μπορούν να γίνουν μόνο μέσα σε πραγματικές συνθήκες, σε πραγματικά διλήμματα,. Όχι μέσα από υποθετικές συμβολικές κοινωνικές ιστορίες, όπου όποια απάντηση κι αν δώσει ο εκπαιδευόμενος δεν έχει καμία πρακτική συνέπεια και δεν βιώνεται από τον ίδιο πραγματικά. Μέσα στην πραγματικότητα που βιώνει έχει κίνητρο να θέλει να είναι αποδεκτός, γι’ αυτό έχει κίνητρο να δει τον άλλο και όχι μόνο τον εαυτό του και έχει κίνητρο να αποκτήσει την απαιτούμενη δεξιότητα για να ανταποκριθεί αποτελεσματικά.

• Συνοψίζοντας

Η δυνατότητα ανεξάρτητης διαβίωσης και η κοινωνική υπόσταση μέσα σε κοινωνικές σχέσεις είναι δύο βασικά συστατικά της έννοιας της ελεύθερης προσωπικότητας, η οποία αποτελεί το κορυφαίο κοινωνικό χαρακτηριστικό του ανθρώπου¹. Δεν νοείται ισότητα πολιτών δίχως διασφάλιση της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας για όλους και κατά συνέπεια δίχως τη πρόταξη αυτών των δύο τομέων που ανέλυσα. Η απουσία τους συνιστά μια διαφορετική, υποδεέστερη προσωπική και κοινωνική ζωή σε σύγκριση με τους μη ανάπηρους, συνιστά κοινωνική υποβάθμιση και με αυτή την έννοια η απουσία ανεξαρτησίας και αυτόνομης κοινωνικής υπόστασης συγκροτούν την μεγαλύτερη ανισότητα σε βάρος των ανθρώπων με νοητική ανεπάρκεια. Δυστυχώς στη χώρα μας –και σε πολλές άλλες χώρες- οι δύο αυτοί τομείς υποβαθμίζονται ή ακόμα και αγνοούνται. Αντ’ αυτών προκρίνονται ως κριτήριο ισότητας η συμμετοχή των μαθητών με νοητική ανεπάρκεια στο γενικό σχολείο, στην ίδια τάξη με τους χρονολογικά συνομηλίκους τους για να κάνουν τα ίδια μαθήματα μ’ αυτούς. Αυτή η επιλογή για τη διεκδίκηση της ισότητας θεωρώ ότι είναι επιεικώς τραγική και καταστροφική για αυτούς τους μαθητές. Η απόσταση που χωρίζει τα δύο κριτήρια ισότητας είναι χαώδης.

Η αξιολόγηση της ισότητας με κριτήριο τα μαθήματα που διδάσκεται ο καθένας περιέχει κάτι «παράδοξο»: πολλοί από τους εκπαιδευτικούς και εργαζόμενους στο χώρο των μαθητών με νοητική ανεπάρκεια, που υποστηρίζουν αυτή την επιλογή, ισχυρίζονται ότι αυτοί οι μαθητές πολύ δύσκολα μπορούν να αποκτήσουν δεξιότητες ανεξάρτητης διαβίωσης και κοινωνικών σχέσεων –γι’ αυτό και δεν επενδύουν σ’ αυτή την εκπαίδευση- ενώ θεωρούν ότι μπορούν δυνητικά να μάθουν με κατάλληλες προσαρμογές το περιεχόμενο των σχολικών μαθημάτων όπως μαθηματικά, ιστορία, κ.α. Εδώ ακριβώς εντοπίζεται το «παράδοξο»; Οι δεξιότητες ανεξάρτητης διαβίωσης και κοινωνικών σχέσεων επειδή ακριβώς αναπτύσσονται πάντοτε στο πλαίσιο της άμεσης εμπειρίας –όπως ήδη αναλύθηκε- είναι πολύ πιο απλές και εφικτές. Αντίθετα τα σχολικά μαθήματα επειδή πραγματεύονται θέματα και έννοιες που από μια τάξη και μετά (ιδίως από την Γ΄ δημοτικού και πάνω) φεύγουν από το χώρο της άμεσης εμπειρίας και οδεύουν αρχικά στην έμμεση εμπειρία –δηλαδή τη γενίκευση- και ακόμα περισσότερο σε αφαιρετικές έννοιες, είναι πεδία πολύ περισσότερο απαιτητικά από τη σκοπιά των απαιτούμενων γνωστικών ικανοτήτων (π.χ. κλάσματα, αίσθηση του βάθους του χρόνου στην ιστορία) και γ’ αυτό πολύ πιο δύσκολα. Μη προκρίνοντας ως προτεραιότητα τις κοινωνικές και λειτουργικές δεξιότητες καταδικάζουμε τους ανθρώπους με νοητική ανεπάρκεια στη δια βίου εξάρτηση από κάποιον κηδεμόνα και στη διαμόρφωση μιας «ανάπηρης» και απαξιωμένης κοινωνικής ταυτότητας, μιας περιθωριοποιημένης κοινωνικής υπόστασης. Την ίδια στιγμή τους πιέζουμε (δηλαδή τους «βιάζουμε» γνωστικά και ψυχολογικά) να μάθουν πράγματα πολύ πάνω από τις πραγματικές τους δυνατότητες, πράγματα που θα τους είναι άχρηστα, όταν δεν θα υπάρχει η βάση των δεξιοτήτων ανεξάρτητης διαβίωσης και ισότιμης κοινωνικής υπόστασης.

Όπως αντιλαμβάνεστε το κύριο πρόβλημα για υγιή εκπαίδευση των ανθρώπων με νοητική ανεπάρκεια βρίσκει εμπόδια πρώτα και κύρια σε μας τους εργαζόμενους μέσα σ’ αυτό το χώρο, και πιο πολύ σε μας που εκπαιδεύουμε τους νέους ειδικούς εκπαιδευτικούς και εκπαιδευτές. Η δική μας σαθρή αντίληψη αποτελεί εμπόδιο στις νέες υγιείς προσεγγίσεις που δυναμώνουν σε άλλες χώρες όπως είχα αναφέρει αρχικά. Από την πορεία της δικής μας αλλαγής, αν και όποτε υπάρξει, θα εξαρτηθεί και η αλλαγή των αναπαραστάσεων και νοοτροπιών στις οικογένειες, στον κοινωνικό περίγυρο και τελικά στη ζωή των ανθρώπων με νοητική ανεπάρκεια.


¹Έχει ιδιαίτερη σημασία να επισημάνουμε ότι η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας προστατεύεται ως θεμελιώδες δικαίωμα από το σύνταγμά μας, όπως συμβαίνει και σε όλα τα δημοκρατικά συντάγματα των δυτικών χωρών.

Άρθρο 5, παρ.1: (Ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, προσωπική ελευθερία)
Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη.

Όλες οι Ειδήσεις και τα Τελευταία Νέα για την Ειδική Αγωγή και Εκπαίδευση στο specialeducation.gr

   Μπες στην ομάδα μας στο Viber!

Μοιράσου το άρθρο:
         

Αν η εικόνα υπόκειται σε πνευματικά δικαιώματα παρακαλούμε να μας ενημερώσετε για να την αντικαταστήσουμε. – If the images are subjected to copyright contact us in order to replase them.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.